The raven-(Τo κοράκι)

24-5-2012 (Untitled)

 

 


O Τζέιμς ΜακΤιγκ (“V for Vendetta”) σκηνοθετεί ένα αγωνιώδες θρίλερ γύρω από μια φανταστική μαρτυρία σχετικά με τη ζωή του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Πρωταγωνιστούν οι Τζον Κιούζακ (“2012”), Άλις Ιβ (“Sex and the City 2”), Λιουκ Έβανς (“Clash of the Titans”) και Μπρένταν Γκλίσον (“Αποστολή στην Μπριζ”).

Το 1849, ένας κατά συρροήν δολοφόνος σπέρνει τον τρόμο στους δρόμους της Βαλτιμόρης. Σύντομα ο Έντγκαρ Άλαν Πόε αντιλαμβάνεται πως οι μέθοδοι του δολοφόνου είναι βγαλμένες από τις ιστορίες του. Καθώς ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται, η αστυνομία ζητά τη βοήθεια του Πόε. Ο θρυλικός συγγραφέας τρόμου αρνείται αρχικά, μέχρι που η αρραβωνιαστικιά του πέφτει στα χέρια του δολοφόνου. Ο Πόε συνεργάζεται με έναν φιλόδοξο νεαρό αστυνόμο, σε μια αμείλικτη καταδίωξη για να αποκαλύψουν το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από τους φόνους, πριν να είναι πολύ αργά για την μοναδική του αγάπη.

Οι μακάβριες και ανατριχιαστικές ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε ζωντανεύουν με κάθε – θανατερή - λεπτομέρεια σ’ ένα στιλιζαρισμένο, γοτθικό θρίλερ με τον Τζον Κιούζακ στο ρόλο του διαβόητου συγγραφέα με την «κακή» φήμη. Όταν κάποιος διαταραγμένος νους αρχίζει να διαπράττει φρικιαστικά εγκλήματα εμπνευσμένος από τις σκοτεινές ιστορίες του Πόε, ένα αστυνομικός από τη Βαλτιμόρη (Λιουκ Έβανς) θα συνεργαστεί με τον Πόε, σε μια προσπάθεια να μπουν μέσα στο μυαλό του κατά συρροήν δολοφόνου, με σκοπό να τον σταματήσουν προτού κάνει πραγματικότητα όλες τις κτηνώδεις ιστορίες. Έτσι ξεκινά ένα παιχνίδι γάτας-ποντικιού, που κορυφώνεται όταν η αγαπημένη του Πόε, Έμιλι (Άλις Ίβ), γίνεται ο επόμενος στόχος…

Γυρίζοντας “To Κοράκι”


Ενώ ο ΜακΤίγκ και οι παραγωγοί θα ήθελαν να γυρίσουν το “The Raven” στους δρόμους της Βαλτιμόρης, εκεί που ο Πόε έζησε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, δυστυχώς το φυσικό σκηνικό δεν υπάρχει πια, αφού το 1914 μια πυρκαγιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Ο Άαρον Ράιντερ κράτησε προσεκτικές σημειώσεις απ’ όλα τα μέρη στα οποία σύχναζε ο συγγραφέας (ανάμεσα στα οποία το αγαπημένο του μπαρ και το νεκροταφείο όπου είναι θαμμένος), κι άρχισε να εξετάζει άλλες βορειοαμερικανικές πόλεις, όπως τη Νέα Ορλεάνη και το Μόντρεαλ, για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι θα χρειαζόταν να κάνουν τα γυρίσματα στην Ευρώπη.

Ανάμεσα στην Πράγα, το Ζάγκρεμπ, το Βουκουρέστι και τη Βουδαπέστη, επέλεξαν την τελευταία ως την πόλη που έμοιαζε περισσότερο με τη Βαλτιμόρη του 1849. Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στη Βουδαπέστη, ενώ συμπληρωματικές λήψεις έγιναν στη Σερβία, κυρίως εσωτερικές, καθώς και η σκηνή που εκτυλίσσεται στο θέατρο και το θεαματικό κυνηγητό μέσα στα τούνελ. «Η ανατολική Ευρώπη έχει ακόμα πλακόστρωτα σε κεντρικά σημεία των πόλεων, ενώ δύσκολα θα δεις ακαλαίσθητα καλώδια σε κάθε γωνιά του δρόμου». Και όπου η τεχνολογική ανάπτυξη εμπόδιζε, μια ομάδα ειδικών στα οπτικά εφέ από τη Σουηδία, έσβηνε – και πρόσθετε νέα στοιχεία, όπως το λιμάνι της Βαλτιμόρης.

«Αυτό που ήθελα αισθητικά στην ταινία, ήταν να την παρουσιάσω σαν να ήταν μια ιστορία του Πόε», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Έχουν αυτή τη μακάβρια ποιότητα στην αισθητική τους, και νιώθεις ότι οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σ’ έναν Κάτω Κόσμο της φαντασίας του. Είπα λοιπόν στους συνεργάτες μου ότι ήθελα την ταινία σκοτεινή, αλλά όχι αβάσταχτα σκοτεινή – κάπως σαν τα εικονογραφημένα, όπου έχεις ένα αρνητικό κομμάτι στο καρέ, αλλά ξέρεις ότι μπορείς να διαβάσεις τη λεπτομέρεια στα κενά σημεία». Σπάνια όμως βλέπει κανείς το πρόσωπο του δολοφόνου. «Πρέπει να βρίσκεται στις σκιές. Δεν πρέπει να δείχνεις το τέρας, γι’ αυτό κι έχουμε ένα κυνηγητό γάτας και ποντικιού, ώστε να μην είσαι ποτέ σίγουρος ποιος είναι ο δολοφόνος. Και οι συνεργάτες μου στη φωτογραφία και στη σκηνογραφία έκαναν εξαιρετική δουλειά πάνω σ’ αυτό».

Όσο για τη σκηνογραφία, η σκηνή του μεγάλου χορού γυρίστηκε σ’ ένα παλιό μουσείο της Βουδαπέστης (για την οποία χρειάστηκε να ξεγελάσουν τις αρχές, προκειμένου να τους δανείσουν το χώρο), ενώ μεγάλο μέρος του υπόγειου κυνηγητού εξελίσσεται στα ιστορικά τούνελ που διατρέχουν υπόγεια το παλαιό οχυρό του Νόβι Σαντ της Σερβίας. Τέλος, ιδιαίτερη φροντίδα χρειάστηκε στην εύρεση και προετοιμασία της τοποθεσίας όπου εκτυλίσσεται η φρικιαστική σκηνή εμπνευσμένη από «Το Πηγάδι και το Εκκρεμές». «Ψάχναμε πολύ καιρό τον κατάλληλο χώρο, και τελικά καταλήξαμε σ’ αυτή την τεράστια σοφίτα ενός σχολείου στο Βελιγράδι». Οι τεχνικοί των ειδικών εφέ δημιούργησαν έναν τεράστιο μηχανισμό με γρανάζια και τροχαλίες, και μια πελώρια λεπίδα-εκκρεμές – που λειτουργούσε μάλιστα στην εντέλεια. Το θύμα της φονικής συσκευής δεν είναι άλλο από τον κριτικό λογοτεχνίας Ρούφους Γκρίσουολντ, ο οποίος στην πραγματικότητα «Ανέλαβε εκτελεστής της διαθήκης του Πόε, έγραψε τη νεκρολογία του, επιτιμούσε το έργο του και κατέστρεψε τη φήμη του συγγραφέα για τα επόμενα χρόνια», εξηγεί ο ΜακΤίγκ. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραία να τον ξεκοιλιάσουμε στην ταινία, ελπίζω πως ο Πόε θα το εκτιμήσει από κει που βρίσκεται τώρα», συμπληρώνει γελώντας. «Υποψιάζομαι όμως ότι θα με σφαγιάσουν και μένα με τη σειρά μου, λόγω της τελευταίας ατάκας».
(σ.σ. Τα τελευταία λόγια που ο Ρούφους Γκρίσουολντ ουρλιάζει στον βασανιστή του πριν το φρικτό του θάνατο, είναι «Δεν είμαι παρά ένας κριτικός!»)


<< επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα  Share on Facebook  

Photo gallery