Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Άκης Πάνου


Μουσικά Νέα
7.4.2020 | 07:16

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Άκης Πάνου

Ο Άκης Πάνου ήταν Έλληνας συνθέτης και στιχουργός, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες τραγουδοποιούς. Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1933 στην Καλλιθέα και ήταν ο τρίτος από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Απέκτησε ακούσματα από τα ρεμπέτικα που ήταν διάχυτα παντού στην περιοχή αλλά και από τον αδελφό της μητέρας του, Περικλή Σακελλαριάδη που έπαιζε κλασική κιθάρα. Από εννέα ετών ξεκινάει να παίζει μαντολίνο και κιθάρα και την άνοιξη του 1947 γνωρίζεται με το Γιάννη Σταματίου (Σπόρος), μαζί του κάνει την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στην ταβέρνα του Σιλιβάνη στο Κουκάκι με αμοιβή το όποιο φιλοδώρημα των πελατών και ένα πιάτο φαγητό. Το 1948 ανεβαίνει ως ταλέντο στο Αλκαζάρ, στη Φρεγάδα του Λάσκου και παίζει κιθάρα μαζί με τον αδελφό του ενώ η αδελφή του τραγουδάει και αργότερα σμίγει με το φίλο του το Λευτέρη και μαζί παίζουν στα πάρτι και στους χορούς. Εκείνη την εποχή γνωρίζεται με το Νίκο Καρανικόλα τον Κώστα Σιμόπουλο και τον Ορφέα Κρεούζη και μαζί παίζουν σε διάφορα μέρη της Αθήνας και της επαρχίας. Για μια περίπου δεκαετία ο Άκης Πάνου αρχίζει την περιπλάνηση του με όλους τους καλλιτέχνες της εποχής σε διάφορα κέντρα, ενδεικτικά αναφέρουμε τους Γιώργο Τσιμπίδη, Αντώνη Μουστάκα, Γιώργο Χατζηδάκη, Βαγγέλη Νταράλα, Σεβάς Χανούμ, Σταύρο Τζουανάκο, Κώστα Παπαδόπουλο, Βούλα Γκίκα και πολλούς άλλους. Το 1957-58 παίζει στο κέντρο «Απόψε φίλα με» του Χρήστου Κολοκοτρώνη όπου τα ονόματα του μαγαζιού είναι η Σωτηρία Μπέλλου, ο Καραπατάκης και ο Μανώλης Αγγελόπουλος. Το τελευταίο κέντρο που εμφανίζεται είναι «ο Θείος» το 1958.

Ο Άκης Πάνου μπήκε στην δισκογραφία το 1958 με τα τραγούδια: «Το παιδί μου απόψε πίνει» με την Καίτη Γκρέυ και «Μια βραδιά καταραμένη» με τη Δούκισσα, σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη. Ακολουθούν αρκετές επιτυχίες μεταξύ των οποίων το «Ξημέρωσε καλή μου» (1964) και «Καρδιά μου μην παραπονιέσαι» (1964). Το 1967 ο δημιουργός λογοκρίνεται για τους στίχους του «Θα κλείσω τα μάτια» τραγούδι που θα κυκλοφορήσει αργότερα με διαφορετικούς στίχους. Παρόλα αυτά είναι μια πολύ παραγωγική χρονιά γράφοντας μεταξύ άλλων το «Η πιο μεγάλη ώρα», «Μοίρα μου γιατί μ’αφήνεις», «Ρολόι κομπολόι», «Είδα τα μάτια σου κλαμμένα» κ.α. Η περίοδος 1968-69 είναι γεμάτη επιτυχίες όπως το «Δε θέλω τη συμπόνια κανενός», «Όταν σημάνει η ώρα», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Και τι δεν κάνω», «Πήρα απ’το χέρι σου νερό», «Του κόσμου το περίγελο», «Ούτε αχ δεν θα πω» κ.α. Ο μουσικοσυνθέτης συνεχίζει με σπουδαία τραγούδια όπως το «Δεν κλαίω για τώρα» (1970), «Δώσ’μου να πιώ» (1970), «Κοίτα με στα μάτια» (1971), «Πυρετός» (1971), «Να είχα το κουράγιο» (1971), «Εγώ καλά σου τα’λεγα» (1971), «Πρέπει» (1972), « Ήταν ψεύτικα» (1972), «Στο σταθμό του Μονάχου» (1972), «Τα όνειρα χτίζονται» (1973), «Το θολωμένο μου μυαλό» (1973), «Άντε να περάσει η μέρα» (1973), «Οι μισοί καλοί» (1973), «Μίσος» (1974), «Η ζωή μου όλη» (1974), «Και τότε» (1974) κ.α. Το 1977 κυκλοφορεί ο προσωπικός του δίσκος «Παρών» με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά και από αυτή τη συνεργασία ξεχωρίζει «Ο Τρελλός». Την επόμενη χρονιά (1978) ξεχωρίζει το τραγούδι «Μολόγατα» από τον δίσκο «Σεισμός» με ερμηνευτή τον Μιχάλη Μενιδιάτη. Το 1982 ηχογραφεί τον δίσκο «Θέλω να τα πω» με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Είναι η περίοδος που ο Άκης Πάνου συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού «Ντέφι» μαχόμενος για τα πιστεύω του. Αργότερα αποχωρεί.

Το 1985 ο Άκης Πάνου θα κάνει κάτι μοναδικό για τα παγκόσμια δεδομένα. Θα κυκλοφορήσει ένα δισκάκι 45 στροφών με τον τίτλο "ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ 100% ΠΡΟΒΑ" και θα συμπεριλάβει σε αυτό δυο τραγούδια του, το «Πες μου Παππού» και το «Πριν, τώρα, πάντα» τα οποία ηχογράφησε και ερμήνευσε μόνος του, παίζοντας τη μουσική με όργανα που κατασκεύασε ο ίδιος, (ο μεγάλος δημιουργός Μανώλης Ρασούλης έλεγε ότι πρέπει να μοιράζεται στους τουρίστες δωρεάν ως δείγμα πολιτισμού). Το 1989 μετά από την παρότρυνση φίλων του αποφασίζει να επιστρέψει στο πάλκο σε κοινές εμφανίσεις με το Μανώλη Ρασούλη στο κέντρο «Επειγόντως» του Βασίλη Σαλούστρου στην Κυψέλη. Έπειτα ξεκινάει εμφανίσεις σε διάφορα κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αλλά και μια σειρά συναυλιών. Σε αυτές τις εμφανίσεις ιδιαίτερη εντύπωση κάνει ο τρόπος στησίματος της ορχήστρας, χωρίς καθόλου χώρο στην πίστα και βάζοντας καθήμενους τους μουσικούς μπροστά και τους τραγουδιστές πίσω. Το 1997 ηχογραφεί τον τελευταίο του δίσκο με τίτλο «CASINO» ο οποίος περιέχει το ομώνυμο τραγούδι και 14 επανεκτελέσεις. Κυκλοφόρησε περίπου 240 τραγούδια γράφοντας μόνος του στίχο και μουσική και συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του ελληνικού πενταγράμμου, ενδεικτικά αναφέρουμε τους Πρ. Τσαουσάκη, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Μιχάλη Μενιδιάτη, Χαρούλα Λαμπράκη, Στράτο Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Στέλιο Καζαντζίδη, Γιώργο Χατζηαντωνίου, Βούλα Γκίκα, Μαρινέλλα, Γιώργο Μαρίνο, Δημήτρη Μητροπάνο, Πόλυ Πάνου, Τόλη Βοσκόπουλο κ.α.

Ο Άκης Πάνου παντρεύτηκε δύο φορές, το 1954 με τη Δήμητρα και το 1993 με την Άννα Μπακιρτζή με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά, την Ελευθερία (1978), τον Στέφανο (1982) και τους δίδυμους Αθανάσιο-Δημήτριο και Ευάγγελο (1984). Το 1986 αποφασίζει να εγκατασταθεί με την οικογένεια του στην Ξάνθη, πόλη καταγωγής της συζύγου του Άννας, διατηρώντας όμως τους επαγγελματικούς του δεσμούς με την Αθήνα. Την 1η Αυγούστου 1997 ο Άκης Πάνου μετά από καυγά που έλαβε χώρα στο σπίτι του στην Ξάνθη σκοτώνει τον 30χρονο Σωτήρη Γιαλαμά, φίλο της 19χρονης κόρης του Ελευθερίας. Για αυτή του τη πράξη καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς να του αναγνωριστεί ο πρότερος έντιμος βίος. Μάρτυρες υπεράσπισης όπως ο στιχουργός Μανώλης Ρασούλης και ο Στέλιος Ελληνιάδης είχαν προτείνει να του αναγνωριστεί η αναμφισβήτητη πολιτισμική του προσφορά. Από τις φυλακές της Κομοτηνής θα μεταφερθεί στις φυλακές Κορυδαλλού και αμέσως μετά στο Τζάνειο νοσοκομείο όπου θα διαγνωστεί ότι πάσχει από καρκίνο. Το χειμώνα του 1999 θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβασή και θα αποφυλακιστεί λόγω της ανήκεστου βλάβης της υγείας του. Έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου του 2000 στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο αφήνοντας πίσω του βαριά κληρονομιά. Στις 10 Απριλίου του 2000 κηδεύτηκε στο Κοιμητήριο Καλλιθέας.